Tuesday, August 26, 2014

Tiny Furniture, 2010, Lena Dunham



Αν είχα κάνει μια ταινία μεγάλου μήκους στα 23 μου, όπως έκανε η Lena Dunham (η οποία τώρα απολαμβάνει τεράστια επιτυχία με τη σειρά της Girls στο ΗΒΟ), μπορεί να μην ήταν τόσο πετυχημένη, μπορεί να μην ήταν τόσο καλοφτιαγμένη, αλλά κάποιες ομοιότητες θα τις είχε. Σε αντίθεση με εμένα, η Lena (και η Aura, o χαρακτήρας της στην ταινία που είναι εξ’ ολοκλήρου δικό της δημιούργημα), μεγάλωσε στο Manhattan, σε ένα φωτεινό, μινιμαλιστικής αισθητικής διαμέρισμα – σοφίτα, που το δωμάτιο εστίασης δεν είναι αυτό όπου βρίσκεται η τηλεόραση, αλλά το καθιστικό με τα βιβλία. Η μητέρα της – στην ταινία και στην πραγματικότητα - είναι πετυχημένη καλλιτέχνης. Αντίθετα με τη δική μου μητέρα, που θέλει να φιλοξενήσει και να ταΐσει όλον τον κόσμο, η Siri (Laurie Simmons) όχι μόνο δεν είναι δοτική με τους φίλους των θυγατέρων της, αλλά και στις ίδιες φαίνεται να δίνει μόνο τόση φροντίδα και αγάπη, ώστε να μην είναι ποτέ συναισθηματικά χορτάτες και να τιτιβίζουν γύρω της σαν πεινασμένα πουλάκια.



Η Aura έχει μόλις τελειώσει το πανεπιστήμιο και γυρίζει σπίτι στη μητέρα και την αδερφή της, μέχρι να βρει δουλειά και χρήματα για να μπορέσει να συγκατοικήσει με την κολλητή της από την σχολή, την Frankie (Merritt Wever). Παρόλο που το παρουσιαστικό της δεν την βοηθάει με τους άντρες (έχει σωματότυπο άχαρου παχουλού κοριτσιού στην αρχή της εφηβείας), έχει όμως αρκετό θάρρος για να προσεγγίσει από μόνη της αυτούς που της αρέσουν. Ο πρώτος υποψήφιος εραστής είναι ο Jed, ένας αρκετά πετυχημένος -στο YouTube- δημιουργός σουρεαλιστικών, κωμικών βίντεο, που τον υποδύεται ο Alex Karpovsky, φίλος και συνεργάτης της Lena. Ο Jed βρίσκεται στη Νέα Υόρκη για κάποια ραντεβού με τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά δεν έχει λεφτά και παραπονιέται ότι δεν έχει πού να μείνει. Φυσικά, η Aura, επωφελούμενη της προσωρινής απουσίας μητέρας και αδερφής, του προτείνει να τον φιλοξενήσει. Ο Jed δεν βολεύεται στα κρεβάτια, τους αδειάζει το ψυγείο και δεν εκδηλώνει κανένα ερωτικό ενδιαφέρον για την Lena, που μάταια περιμένει να εκτιμήσει την διαθεσιμότητά της.



Η παιδική της φίλη Charlotte (που υποδύεται η παιδική της φίλη, ζωγράφος και ερασιτέχνης ηθοποιός Jemima Kirke), ένα απίστευτο πλάσμα άλλης εποχής, την βοηθάει να βρει δουλειά ως υπεύθυνη κρατήσεων σε ένα γειτονικό bistro, για να αρχίσει να βγάζει τα έξοδά της και να κάνει τα πρώτα βήματα προς την ανεξαρτητοποίησή της. H δουλειά είναι ανιαρή και τα λεφτά λίγα, αλλά εκεί γνωρίζει τον Keith (David Call), τον ωραίο, διαβασμένο (αλλά ποταπό και junkie), σεφ.
 


Η ταινία ουσιαστικά παρακολουθεί αυτή τη φάση της ζωής της Aura: να έχει τελειώσει τις σπουδές της και να προσπαθεί να αποφασίσει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα της, να απομακρύνεται από τους κολλητούς φίλους της από το πανεπιστήμιο και την προστατευμένη της καθημερινότητα κοντά τους και να ξαναθερμαίνει σχέσεις με παλιότερους φίλους, να επιστρέφει σπίτι και να ανακαλύπτει ότι δεν έχει πια το χώρο της εκεί (και πείτε μου, ποιος δεν το έχει νιώσει αυτό γυρνώντας στο πατρικό μετά τις σπουδές του;), να είναι ακόμα παιδάκι που χρειάζεται φροντίδα αλλά και ενήλικας που πρέπει να σταθεί στα πόδια του, να μην ξέρει πού βρίσκεται με την τέχνη της, τι μπορεί να κάνει με τις σπουδές της, πόσο μπορεί να συμβιβαστεί κάνοντας βαρετές κι ανούσιες δουλειές, και μέσα σε όλα αυτά, να έχει επιθυμία για έρωτα και επαφή, αλλά να μην ξέρει ακόμα τι της γίνεται σε αυτόν τομέα και να καταλήγει να πηδιέται, χωρίς καθόλου συναίσθημα και χωρίς καθόλου ευχαρίστηση, σε ένα μεταλλικό σωλήνα στο δρόμο, χωρίς προφύλαξη, με έναν τιποτένιο που τα’ χει με άλλη.



Το Tiny Furniture (2010) στριφογυρίζει στο μυαλό μου μέρες τώρα. Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο μου αρέσει. Είναι από τις πιο ειλικρινείς και τολμηρές ταινίες που έχω δει τελευταία και από τις ελάχιστες που ασχολούνται με αυτή τη χρονική στιγμή στη ζωή μας, που είμαι σίγουρη πως είναι πιο δύσκολη για τις γυναίκες, γιατί πέρα από όλες τις άλλες δυσκολίες, σ’ αυτήν την ηλικία ακόμα ψαχνόμαστε με το σώμα μας, τα θέλω μας, τα όρια μεταξύ του να γίνεσαι αρεστή και του να καταλήγεις να προσφέρεις απλόχερα τον εαυτό σου για κάθε είδους εκμετάλλευση.



Δείτε το γιατί δεν υπάρχει κάτι πιο βγαλμένο από τη ζωή χωρίς να είναι ντοκιμαντέρ και για να πειστείτε ότι είναι απόλυτα αποδεκτό πλέον να κάνετε μια ταινία με DSLR (Canon 7D εν προκειμένω), χρησιμοποιώντας το σπίτι σας, την οικογένειά σας, τους φίλους σας και τα προσωπικά σας αδιέξοδα. Κι αν σας αρέσουν οι γλυκόπικρες ιστορίες ενηλικίωσης –που για κάποιο λόγο εντοπίζονται κυρίως στο είδος του ανεξάρτητου κινηματογράφου- δείτε το πανέμορφο My Summer of Love (Pawel Pawlikowski, 2004), το εξαιρετικό και σοκαριστικό A Ma Soeur! (Catherine Breillat, 2001), το πολύ άβολο Palindromes (Todd Solondz, 2004) και το μαγικό, αιθέριο, τρυφερό, συγκινητικό, θλιβερό The Virgin Suicides (Sofia Coppola, 1999). Obviously, Doctor, you've never been a 13-year-old girl”. Or a 23-year-old for that matter.




Monday, August 4, 2014

Paprika, 2006, Satoshi Kon



Στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, ένα ερευνητικό κέντρο στην Ιαπωνία χρησιμοποιεί, σε πειραματικό ακόμα επίπεδο, μια εφεύρεση που επιτρέπει στους επιστήμονες να παρακολουθούν τα όνειρα των ασθενών τους, αλλά και να μπαίνουν σε αυτά για να τους βοηθήσουν να λύσουν τα προβλήματα που τους απασχολούν. Της ομάδας ηγείται η ψυχίατρος Atsuko Chiba, που με το alter ego της, την Paprika, μπαίνει στα όνειρα ασθενών που χρειάζονται βοήθεια έξω από το ινστιτούτο και χωρίς καμία επίσημη έγκριση. Η ταινία ξεκινά με μια τέτοια συνεδρία, όπου η Paprika έχει μπει στο όνειρο του αστυνομικού Konakawa, ενός από τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας. Η πλοκή ξεκινάει ουσιαστικά όταν ένας άγνωστος κλέβει αυτή την εφεύρεση, που στα χέρια του γίνεται πολύ επικίνδυνη.  Η γιατρός και οι συνεργάτες της, με τη βοήθεια του αστυνομικού, προσπαθούν να βρουν τον ένοχο και να τον σταματήσουν πριν ολοκληρώσει το σκοτεινό του σχέδιο. 



Υπέροχο. Φαντασμαγορικό. Ατμοσφαιρικό. Μυστηριώδες. Σουρεαλιστικό. Μια πανδαισία εικόνων και χρωμάτων. ‘A visual treat’, ‘ένα εικαστικό κέρασμα’, που θα έλεγαν οι αγγλόφωνοι φίλοι μας. Σκηνοθέτης του, ο ταλαντούχος Satoshi Kon, που έφυγε αναπάντεχα το 2010, αφήνοντας στη μέση την επόμενή του ταινία, Dreaming Machine, έχοντας αποσπάσει όμως την υπόσχεση του παραγωγού του Masao Maruyama, ότι η ταινία θα ολοκληρωθεί. Δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, αλλά έχω την εντύπωση πως όταν οι Ιάπωνες δίνουν τον όρκο τους, το εννοούν. Οπότε ας περιμένουμε, 72 χρονών είναι ο Maruyama, μπορεί και να προλάβει.
Ο Christopher Nolan συμπεριλαμβάνει το Paprika (2006) ανάμεσα στις επιρροές του για το Inception (2006), ενώ ο Darren Aronofsky στο Requiem for a Dream (2000) και στο Black Swan (2010), κατά κάποιους επηρεάστηκε,  κατά άλλους κατάκλεψε το προγενέστερο Perfect Blue (1998), του οποίου φημολογείται ότι έχει αγοράσει τα δικαιώματα. Εγώ, επειδή τον συμπαθώ κιόλας, θα έλεγα ότι αποτίνει φόρο τιμής στον Kon γενικότερα και θα το άφηνα εκεί, γιατί με τις ταινίες το ποιος εμπνεύστηκε από τι, σε ποιο βαθμό και με τι προθέσεις, είναι μια απέραντη γκρίζα ζώνη στην οποία κάποια στιγμή βρίσκονται, ακόμα και άθελά τους, όλοι οι δημιουργοί.



Δείτε την για τον πλούτο της φαντασίας και των εικόνων, αλλά και για μια από τις πιο αντισυμβατικές επιλογές ερωτικού συντρόφου στα κινηματογραφικά χρονικά (το ξέρω ότι και μόνο που η ταινία είναι manga εσείς σκέφτεστε χταπόδια, σας την έφερα όμως, αυτό είναι πολύ πιο αντισυμβατικό!). Αν σας αρέσουν οι ταινίες που μπαινοβγαίνουν στη σφαίρα του ασυνείδητου, θολώνοντας τα όρια του πραγματικού με το ονειρικό, προτείνω τις εξής παραγωγές, που μόνο αυτό έχουν κοινό μεταξύ τους (το Inception το αναφέραμε ήδη, ας μην επαναλαμβανόμαστε): Living in Oblivion (1995, Tom DiCillo), σάτιρα για τη βιομηχανία του κινηματογράφου με τον Steve Buscemi και την Catherine Keener, κερδίζει το Χρυσό Κάτι στην κατηγορία ‘καλύτερη χρήση νάνου σε ταινία’. Abre los Ojos (1997, Alejandro Amenábar), λίγο θρίλερ, λίγο ιστορία αγάπης, λίγο επιστημονική φαντασία, αλλά πολύ μπέρδεμα. Όχι όμως τόσο μπέρδεμα όσο το animated Waking Life (2001, Richard Linklater), που είναι σε βαθμό δυσκολίας θέασης όσο ψηλά είναι σε δυσκολία ανάγνωσης το ‘Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο’ του Marcel Proust. Και περνάμε στο The Cell (2000) του Tarsem Singh που, ναι μεν παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά ίσως να ήταν καλύτερη ταινία αν δεν έπαιζε η JLo. (Ευτυχώς, η επόμενή του ταινία, The Fall (2006), είναι JLo-free και πρόκειται για ένα θαύμα, μια πολύ πολύ όμορφη ταινία.)  Το casting δεν ήταν πρόβλημα για το The Science of Sleep (2006) του τρυφερού και ονειροπόλου Michel Gondry, που πολύ σοφά διάλεξε τον γλυκύτατο Gael García Bernal και την πάντα εξαιρετική Charlotte Gainsbourg για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η φαντασία στην εξουσία. I wish


Friday, August 1, 2014

Calvary, 2014, John Michael McDonagh


Στο ειδυλλιακό, παραθαλάσσιο χωριό της περιοχής Sligo της Ιρλανδίας, κάθε κάτοικος φαίνεται να έχει μαριναριστεί σε ένα μείγμα μιζέριας και αυτολύπησης για τόσο καιρό που πια αδυνατεί να έρθει σε ουσιαστική επαφή με τον συνάνθρωπο. Οι ηθικές ατέλειες των χαρακτήρων έχουν νομιμοποιηθεί μέσα σε αυτήν την κοινότητα, επιτρέποντας συμπεριφορές  που προβληματίζουν και άλλοτε σοκάρουν. Ο άθλιος ντόπιος πλούσιος, η αυτοκαταστροφική σύζυγος του καταστροφικού χασάπη, ο αποστασιοποιημένος εραστής της, ο κυνικός γιατρός, ο ανίδεος καινούριος παππάς, ο ακοινώνητος νεαρός που θέλει να καταταγεί στο στρατό, ο ισοβίτης serial killer που ζητά συγχώρεση, ο προκλητικός εραστής του αστυνόμου, όλοι είναι εγκλωβισμένοι στα προσωπικά τους αδιέξοδα, ανίκανοι να δεχτούν τη βοήθεια που ο βασανισμένος πρωταγωνιστής μας Father James (Brendan Gleeson) απλόχερα προσφέρει. Στον αντίποδα, ίσως ο μοναδικός του φίλος, ο ηλικιωμένος συγγραφέας, ο τελευταίος μιας εποχής που οι άνθρωποι είχαν ενδιαφέροντα, μέσα σε αυτά και η ανθρώπινη φύση, και η νεαρή Γαλλίδα χήρα, ο μόνος άλλος συγκροτημένος χαρακτήρας που καθόλου τυχαία δεν έχει κανέναν δεσμό με αυτόν τον ανεμοδαρμένο τόπο.



Η ταινία ξεκινά με ένα κοντινό πλάνο του Father James στο εξομολογητήριο. Στο διπλανό κουβούκλιο, ένας άντρας του περιγράφει τις σεξουαλικές κακοποιήσεις που είχε υποστεί επί σειρά ετών όταν ήταν παιδί, από τον τότε παππά της ενορίας ο οποίος έχει, εντωμεταξύ, πεθάνει. Ο άγνωστος άντρας θεωρεί ότι η εκτέλεση ενός ένοχου κληρικού δεν θα κλονίσει την καθολική εκκλησία κι έτσι ενημερώνει τον καλό Father James ότι έχει μία εβδομάδα να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και του δίνει ραντεβού την επόμενη Κυριακή στην παραλία για να τον σκοτώσει. Στην εβδομάδα που ακολουθεί παρακολουθούμε τον Father James να προσπαθεί να καθοδηγήσει, να συμβουλεύσει και να φροντίσει το εξαιρετικά προβληματικό ποίμνιό του καθώς και την κόρη του Fiona που τον επισκέπτεται μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας. Παράλληλα, ο ίδιος σταδιακά καταρρέει.  


Από την αρχή της ταινίας, ο Father James ισχυρίζεται πως γνωρίζει την ταυτότητα του μελλοντικού εκτελεστή του. Για εμάς που δεν το γνωρίζουμε, όλοι οι άντρες είναι ύποπτοι, όλοι εξίσου ικανοί για σκοτεινές πράξεις. Το Calvary, που σημαίνει Γολγοθάς, αποτελεί μια ελεγεία πάνω στο καλό και το κακό, την αυτοθυσία και τη λύτρωση, ενώ εκμεταλλεύεται πλήρως τους παραλληλισμούς με τη σταύρωση του Χριστού και γιατί όχι, την καταδίκη του Σωκράτη. Ωστόσο, διέπεται από ένα εξαιρετικής ποιότητας μαύρο, κατάμαυρο χιούμορ, που όχι μόνο σώζει την ταινία από τον κίνδυνο της υπερδραματοποίησης, αλλά την εξυψώνει πάνω από την πλειονότητα των ταινιών που πραγματεύονται παρόμοια θέματα.


Στην ταινία παρελαύνουν αγαπημένοι Ιρλανδοί ηθοποιοί όπως ο Aidan Gillen, o γοητευτικός Stuart στο Queer As Folk, ο Dylan Moran, o Bernard ο μισάνθρωπος ιδιοκτήτης του Black Books, ο γλυκουλένιος Chris O'Dowd από το Bridesmaids, ο οποίος όντως κατάγεται από το Sligo και του οποίου ίσως και να είναι ο πρώτος μη κωμικός ρόλος.

 
Δείτε την, αν όχι για όλα τα παραπάνω, για την υπέροχη φωτογραφία, για τον ρυθμό, για τα τοπία. Αν σας ενδιαφέρει η σχέση της καθολικής εκκλησίας με τη σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, δύo ντοκιμαντέρ ξεχωρίζουν, το κινηματογραφικό Deliver Us From Evil, της Amy Berg και το τηλεοπτικό Sex Crimes of the Vatican, και τα δύο παραγωγές του 2006. Αν αυτό που σας κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι  θέματα πίστης, αυτοθυσίας και συγχώρεσης, θα βρείτε υλικό και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού: το βαθειά συγκινητικό Au Hasard Balthazar (1966) του Robert Bresson, το επικίνδυνο για την ψυχική σας ισορροπία  Breaking The Waves (1996) του Lars von Trier, το γεμάτο αγωνία Le Fils, (2002) των αδερφών Dardenne, το αλληγορικό Jésus De Montréal (1989) του Denys Arcand, το σκληρό Bad Lieutenant (1992) του Abel Ferrara, το πολύ επιτυχημένο Dead Man Walking (1995) του Tim Robbins και το πασίγνωστο σε εμάς The Last Temptation Of Christ (1988) του Martin Scorsese.