Friday, January 9, 2015

The Lego Movie, 2014, Phil Lord & Christopher Miller

Τα Lego κι Εγώ: Παρόλο που είχαμε περάσει αμέτρητες ευχάριστες ώρες  
μαζί, από το δημοτικό έως και το πανεπιστήμιο, η σχέση μας τελικά ψυχράνθηκε όταν δε μπορούσα να βρω σκέτα τουβλάκια για να προχωρήσω τις άνευ σχεδίου δημιουργίες μου. Θεώρησα ότι υπάρχει μια σκευωρία, να περιοριστεί η φαντασία των παιδιών, εμφανής σε διάφορους τομείς της ζωής τους (όπως πχ. - insert ξερό βήχα - στην εκπαίδευση), στην οποία συμμετείχαν και τα Lego. Η σατανική μέθοδος με την οποία θα το πετύχαιναν ήταν να βγάζουν συσκευασίες που είχαν μεγάλα κομμάτια με τα οποία μπορούσες να φτιάξεις μόνο ένα πράγμα με μόνο έναν τρόπο.  

 
Παραξενεύτηκα λοιπόν όταν είδα την ταινία, γιατί πραγματεύεται ακριβώς αυτό το θέμα. Πώς σε έναν κόσμο που όλα λειτουργούν ακολουθώντας σαφείς οδηγίες, μπορεί κάποιος να πάει κόντρα στο κύμα και να δημιουργήσει κάτι πρωτότυπο χρησιμοποιώντας τη φαντασία του και ό,τι άλλο βρει μπροστά του. «Κατάλαβε το λάθος της η Lego;», αναρωτήθηκα. Ο κακός CEO που επέβαλε την προηγούμενη πολιτική απήχθη από εξωγήινους και τη θέση του πήρε ένας ανοιχτόμυαλος Peter Pan;  Ή οι δημιουργοί της ταινίας έγραψαν ένα έξυπνο και ανατρεπτικό σενάριο αντίστασης κι αφύπνισης, το οποίο δε μπόρεσαν να αντιληφθούν οι χοντροκέφαλοι τεχνοκράτες μεγαλομέτοχοι της Lego και έδωσαν το πράσινο φως στη χρηματοδότηση της ταινίας, τραβώντας το χαλάκι κάτω από τα καταπονημένα από την ποδάγρα πόδια τους;
O "κακός" της ταινίας: Lord Business. Καθόλου τυχαίο.
 

Συνέχισα να βλέπω την ταινία αναλογιζόμενη τις κοινωνικοπολιτικές της προεκτάσεις, όταν έφτασε στο σημείο εκείνο που βγαίνουμε από τον κόσμο των Lego και μπαίνουμε στον κόσμο των ανθρώπων. Εκεί, η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις νοοτροπίες προσωποποιείται στον Will Farrell, τον τελειομανή κουστουμαρισμένο εκτελεστή που ακολουθεί κατά γράμμα τις οδηγίες και θέλει να παγώσει στο χρόνο το δημιούργημά του και τον γιό του που χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα κομμάτια και την φαντασία του για να ζήσουν οι ήρωές του τις σουρεαλιστικές περιπέτειες που τους αξίζουν. Όταν έγινε σαφές ότι η υπόθεση της ταινίας πηγάζει από την φαντασία ενός παιδιού, ε, συγκινήθηκα. Έτσι ακριβώς παίζαμε κι εγώ με την αδερφή μου. Με αστείρευτη φαντασία και εφευρετικότητα, επιστρατεύοντας ό,τι έπεφτε στα χέρια μας για να συμπληρώσουμε τα κομμάτια που δεν είχαμε: μολύβια, κορδόνια, κοσμήματα της μαμάς, τραπουλόχαρτα. Όλα ένας αχταρμάς που σε εμάς έβγαζε νόημα και μας προχωρούσε την ιστορία που βγάζαμε επί τόπου από το μυαλό μας. Χωρίς σχέδιο, χωρίς οδηγίες. Δεν είναι παράξενο που η αδερφή μου όχι μόνο έγινε καλλιτέχνης αλλά έχει μια μοναδική ικανότητα να αξιοποιεί για τις εγκαταστάσεις της ό,τι βρει μπροστά της. Κι ίσως ούτε που κι εγώ ακόμα και τώρα γράφω ιστορίες, άσχετα αν δεν τις διαβάζει κανείς.


Μπορεί να ψυχράνθηκαν οι σχέσεις μας με τα Lego, αλλά παραμένουν όλα αυτά τα χρόνια φυλαγμένα με αγάπη στο μπαούλο. Κάτι μου λέει ότι τώρα που θα πάω σπίτι, αντί να δω 2-3 επεισόδια Web Therapy, μάλλον θα πω ένα «γεια» σε κάτι παλιούς φίλους, κάτι παλιές πόρτες, κάτι παλιά, αγαπημένα τούβλα.
 

Friday, October 10, 2014

Hanna, 2011, Joe Wright



Σε ένα αφιλόξενο, παγωμένο και συνάμα παραμυθένιο τοπίο, τα συγκλονιστικά μάτια της Hanna (Saoirse Ronan) ακολουθούν ένα ελάφι, το οποίο πολύ σύντομα ξεψυχά στο χιόνι από το βέλος της. Αν η συγκεκριμένη σκηνή δεν αποτελεί κινηματογραφική αναφορά στο Enemy at the Gates (2001) του Jean-Jacques Annaud, το οποίο ξεκινά παρόμοια, με ένα νεαρό αγόρι αυτή τη φορά να στοχεύει με το όπλο του έναν λύκο, σε τοπίο εξίσου παγωμένο και απόκοσμο, τότε πρόκειται για τουλάχιστον εντυπωσιακή σύμπτωση. 
  
Η Hanna έχει περάσει σε αυτό το περιβάλλον σχεδόν όλη της τη ζωή, σε μια τέλεια απομόνωση με μόνη συντροφιά τον πατέρα της, Erik (Eric Bana). Ο Erik έχει αναλάβει την εκπαίδευσή της, που σκοπό έχει την εξασφάλιση της επιβίωσής της, όχι μόνο στην ερημιά, μαθαίνοντας την να σκοτώνει και να γδέρνει ζώα, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του πλανήτη, διδάσκοντας την ξένες γλώσσες, ιστορία, γεωγραφία κλπ, αλλά κυρίως, πώς να σκοτώσει εκείνη πρώτα όποιον βρεθεί στο δρόμο της. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της εκπαίδευσης είναι ότι στην εφηβεία της, η Hanna, πέρα από χαριτωμένο κι ευγενικό κορίτσι, είναι και στυγνός δολοφόνος.


Δοσμένη σαν σύγχρονο παραμύθι, η ταινία έχει πολύ απλή πλοκή, με ξεκάθαρο από την αρχή το δίπολο Καλού – Κακού, την κακιά μάγισσα (Cate Blanchett στο ρόλο της Marissa), το ταξίδι της ηρωίδας προς μια μεταφορική ενηλικίωση, την αναζήτηση μιας ταυτότητας, τους εχθρούς και τους συμμάχους που συναντά στην πορεία και, εν τέλη, την απελευθέρωσή της από το παρελθόν και την ευκαιρία να ορίζει πια εκείνη τη ζωή της όπως αποφασίσει. Ακριβώς επειδή έχει έντονα αυτά τα στοιχεία του παραμυθιού, μπορεί κανείς να μη σταθεί σε κάποια – σημαντικά – σεναριακά κενά και να απολαύσει την ταινία για αυτό που είναι, μια καλογυρισμένη αλληγορική περιπέτεια, με λίγο μυστήριο, ξύλο, κυνηγητά και καλούς ηθοποιούς.


Ο σκηνοθέτης Joe Wright, παρόλο που το όνομά του δεν είναι γνωστό, έχει στο ενεργητικό του πέντε ταινίες. Το εντυπωσιακό είναι ότι και οι πέντε είναι πετυχημένες. Πριν από το Hanna (2011) είχε αναλάβει την κινηματογραφική μεταφορά του Pride & Prejudice (2005), ένα αρκετά φιλόδοξο εγχείρημα για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, ειδικά μετά την εξαιρετική τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου από το BBC δέκα χρόνια νωρίτερα. Στο Atonement (2007) δούλεψε πρώτη φορά με την Saoirse και δύο χρόνια αργότερα μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ακόμα ένα βιβλίο, το The Soloist (2009). Με την τελευταία του ταινία να είναι το Anna Karenina (2012), το Hanna παραμένει η μόνη του δουλειά που βασίστηκε σε πρωτότυπο – άλλα όχι δικό του – σενάριο.


Δείτε το, αν σας άρεσαν οι άλλες του ταινίες. Δείτε το, επίσης, αν σας άρεσε το Run Lola Run (1998), γιατί φαίνεται να έχει επηρεαστεί αρκετά από αυτό και όχι μόνο μουσικά (την μουσική της ταινίας έγραψαν οι αγαπημένοι Chemical Brothers). Ομοιότητες υπάρχουν και με τις ταινίες του Luc Besson La Femme Nikita (1990) και Léon (1994), περισσότερο ως προς τους χαρακτήρες, παρά ως προς τη σκηνοθεσία. Αν αυτό που σας τραβάει δεν είναι τόσο το τρίπτυχο 'κορίτσι – εφηβεία – δολοφόνος' όσο η ατμόσφαιρα και οι συμβολισμοί των παραμυθιών, φροντίστε να δείτε τα Big Fish (2003) και Edward Scissorhands (1990) του Tim Burton, το August Rush (2007) της Kirsten Sheridan και το υπέροχο αλλά σχεδόν άγνωστο The Fall (2006) του Tarsem Singh.

Friday, September 12, 2014

Barney’s Version, 2010, Richard J. Lewis



Στο Barneys Version του, κατά κύριο λόγο, σκηνοθέτη τηλεοπτικών σειρών Richard J. Lewis, παρακολουθούμε τους γάμους του Barney (Paul Giamatti), τη μυστηριώδη εξαφάνιση του κολλητού του, Boogie  (Scott Speedman) και την σταδιακή αλλαγή του χαρακτήρα του, κυρίως μετά την εμφάνιση της νόσου Alzheimer

Η ιστορία μας ξεκινά την εποχή που ο Barney έχει ήδη χωρίσει κι από την τρίτη γυναίκα του, την Miriam (Rosamund Pike) και μας πηγαινοφέρνει στο παρελθόν με διάφορα flashbacks, αρχικά στη Ρώμη στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ο Barney ανακοινώνει στους μποέμ φίλους του ότι θα παντρευτεί την τρελοκαμπέρω Clara (Rachelle Lefevre), που ισχυρίζεται ότι είναι έγκυος με το παιδί του. Μετά την τραγική κατάληξη αυτού του γάμου (το παιδί γεννιέται νεκρό, ο Barney διαπιστώνει ότι δεν ήταν δικό του, τσακώνεται με την Clara, η Clara του λέει κάτι ακατάληπτες ιστορίες για παιδιά κλειδωμένα στη σοφίτα που τα ταΐζουν με το ζόρι με ένα χωνί, εκείνος πηγαίνει να μείνει με τον κολλητό του, ο κολλητός του ξεχνάει να του δώσει ένα σημείωμα της Clara που τον καλούσε για φαγητό, όταν το βρίσκει πηγαίνει σπίτι της όπου την αντικρίζει νεκρή, λίγο αργότερα γνωρίζει τον ανεκδιήγητο πατέρα της που τον διαβεβαιώνει ότι δεν έφταιγε αυτός, ήταν δύσκολο παιδί, είχε κάνει και παλιότερα απόπειρες, την είχαν κλείσει στη σοφίτα αλλά δεν ηρεμούσε, δεν έτρωγε και την τάιζαν με ένα χωνί, μετά την έκλεισαν και σε άσυλο) και με τύψεις που δεν είδε το δράμα πίσω από την τρέλα της Clara, o Barney επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του, το Montreal του Καναδά, και πιάνει δουλειά κοντά στον θείο του, στο χώρο της τηλεόρασης. 


Μέσα από τον κύκλο καθωσπρέπει εβραϊκών οικογενειών του θείου του, ο Barney γνωρίζει τη δεύτερη γυναίκα του (Minnie Driver), τόσο ασήμαντη, που ο σεναριογράφος (ίσως κι ο συγγραφέας του βιβλίου) αρνείται να της δώσει όνομα. Η κοπέλα αυτή είναι η κατάρα που θα εξαπέλυα σε κάποιον που αντιπαθώ πολύ. Είναι η εφιαλτικότερη ενσάρκωση της ιδέας της ‘μορφωμένης γυναίκας’. Η ντροπή του φεμινισμού. Η αποθέωση του μεσοαστισμού.  Όλα αυτά είναι εμφανή από την πρώτη στιγμή που τη βλέπει και ενισχύονται με κάθε συνάντησή τους. Ο Barney, όμως, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, δεν φαίνεται να διστάζει να την παντρευτεί. Ίσως για αυτό τιμωρεί τον εαυτό του και στο πάρτι του γάμου του, ερωτεύεται τρελά μια καλεσμένη, την Miriam, την οποία και πολιορκεί και για την οποία τελικά παίρνει διαζύγιο από την αφόρητη δεύτερη γυναίκα του. Μετά από περίπου 20 χρόνια ευτυχισμένου έγγαμου βίου, κατά τη διάρκεια μιας συζυγικής κρίσης, φοβούμενος ότι η Miriam θα τον αφήσει, την κερατώνει. Κλαίγοντας με λυγμούς της εξομολογείται την απιστία του κι οι φόβοι του επιβεβαιώνονται, η Miriam τον αφήνει. Από εκεί και ύστερα, ο Barney παίρνει τον κατήφορο κι η πτώση του επιταχύνεται όταν παθαίνει Alzheimers.   



Οι ιστορίες των αποτυχημένων γάμων του Barney διανθίζονται με περιστατικά που αφορούν στον χαριτωμένα άξεστο πατέρα του (Dustin Hoffman), τον αιμοβόρικο αστυνομικό ντέντεκτιβ που τον κατηγορεί για την ανεξιχνίαστη εξαφάνιση του ναρκομανή κολλητού του και με τους συναδέλφους του (cameos, μεταξύ άλλων, των σκηνοθετών Atom Egoyan και David Cronenberg) στη σαπουνόπερα που φτιάχνει η εταιρία παραγωγής του, ‘Totally Unnecessary Productions’. Η τραγικότητα της ζωής του Barney και των γύρω του (που δεν είναι κάτι παραπάνω από την τραγικότητα της ζωής, πάνω κάτω όπως τη βιώνουμε όλοι μας) εξισορροπείται αποτελεσματικά από ένα πικρόχολο αλλά ιδιαίτερα πνευματώδες χιούμορ. Γι’ αυτό το λόγο, αν είστε από αυτούς που βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο, εκεί που οι υπόλοιποι βλέπουμε ένα δράμα, εσείς εύκολα θα δείτε μια κωμωδία. Τέλος, όλα αυτά τα ονόματα δεν παρελαύνουν αδίκως στην ταινία. Σχεδόν κανείς από τους συντελεστές δεν έφυγε με άδεια χέρια από τα καναδικά κινηματογραφικά βραβεία Genie κι ο Giamatti, μάλιστα, μάζεψε και μια Χρυσή Σφαίρα για την συγκινητική ενσάρκωση του αυτοκαταστροφικού, κυνικού αλλά ταυτόχρονα καλόκαρδου και ρομαντικού Barney.  

   
Δείτε την ταινία γιατί δεν θα ξαναδείτε ποτέ έτσι ούτε την Minnie Driver, ούτε τον Dustin Hoffman. Αν είστε aficionados του καναδικού σινεμά,  θα απολαύσετε τις προαναφερθείσες cameo εμφανίσεις, αλλά και αυτήν του Denys Arcand στο ρόλο του maître d', Jean. Αν αυτή είναι η πρώτη σας επαφή με τον καναδικό κινηματογράφο (που αποκλείεται, όλο και κάτι θα έχετε δει), αλλά θέλετε να δείτε και κάτι ακόμα για να σχηματίσετε άποψη, προτείνω να ξεκινήσετε με τα εξής: The Sweet Hereafter (Atom Egoyan, 1997), Away from Her (Sarah Polley, 2006), Incendies (Denis Villeneuve, 2010), The Barbarian Invasions (Denys Arcand, 2003), Cube (Vincenzo Natali, 1997), Jesus of Montreal (Denys Arcand, 1989), The Fly (David Cronenberg, 1986), Take this Waltz (Sarah Polley, 2011), Defendor (Peter Stebbings, 2009), It's All Gone Pete Tong (Michael Dowse, 2004), και το mockumentary FUBAR (Michael Dowse, 2002).

Thursday, September 11, 2014

The Vicious Kind, 2009, Lee Toland Krieger


Ο νεαρός - και παρθένος - Peter καλεί την Emma, την καινούρια του κοπελιά από το πανεπιστήμιο, να περάσουν μαζί την Ημέρα των Ευχαριστιών στο σπίτι του πατέρα του, Donald. Τα τραίνα δε λειτουργούν λόγω κακοκαιρίας και τις μεταφορές του ζεύγους αναλαμβάνει ο μεγάλος αδερφός, Caleb. O Caleb είναι ένα ερείπιο, ένα ζωντανό μνημείο συναισθηματικού πόνου και, συνεπώς, ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας του Lee Toland Krieger, που έκανε πρεμιέρα στο Sundance Festival του 2009.  

Ο Caleb, πληγωμένος από την προδοσία της επί χρόνων συντρόφου του που οδήγησε και στον χωρισμό τους, έχει χάσει κάθε ίχνος συμπόνιας για τους άλλους ανθρώπους και πρωτίστως για τον ίδιο του τον εαυτό. Καπνίζει αρειμανίως, έχει να κοιμηθεί μια εβδομάδα και κάνει ό, τι μπορεί για να γίνει ανυπόφορος στους άλλους. Επηρεασμένος από την προσωπική του ζωή, προσπαθεί να πείσει τον ρομαντικό και ερωτευμένο αδερφό του ότι όλες οι γυναίκες, ανεξαιρέτως, είναι πουτάνες, ελπίζοντας έτσι να τον προστατεύσει από τον πόνο που, αναπόφευκτα, θα του προκαλέσει η Emma. Η κακομοίρα η Emma, που έφυγε από τους αλκοολικούς γονείς της και βρέθηκε για ένα διήμερο με μια οικογένεια γεμάτη μυστικά κι απωθημένα, προσπαθεί να είναι γλυκιά και κοινωνική μέχρι που οι επιθέσεις του Caleb ξεπερνούν τα όρια, βγάζοντας στην επιφάνεια και την πολύ έντονη ερωτική του επιθυμία για εκείνη.     


Το The Vicious Kind αποτελείται από μια σειρά συνευρέσεων που ενώ καταλήγουν πολύ άβολα για τους περισσότερους εμπλεκόμενους, έχουν όμως να προσφέρουν στον θεατή σκηνές που δύσκολα ξεχνιούνται. Και αυτό διότι ο θεατής, ασφαλής από τον κυνισμό και το επιθετικό περιβάλλον της ταινίας, έχει την πολυτέλεια να διακρίνει και να απολαύσει απενοχοποιημένος τα χιουμοριστικά της στοιχεία. Όπως για παράδειγμα τη σκηνή όπου ο Caleb φωτογραφίζει τον εαυτό του να κάνει σεξ με την ιερόδουλη της περιοχής και στέλνει τις φωτογραφίες στην πρώην του. (Ακούγεται αστείο, αλλά μη σας μπαίνουν ιδέες, κάποια πράγματα είναι καλό να γίνονται μόνο σε ταινίες.)


Υπάρχει μια παράδοση στον αμερικανικό κινηματογράφο να χρησιμοποιείται η αργία της Ημέρας των Ευχαριστιών (ξέρετε, αυτή η γιορτή που μαζεύεται όλη η οικογένεια, τρώνε γαλοπούλα και τσακώνονται μεταξύ τους) σαν μια αρένα όπου όλα τα καταπιεσμένα συναισθήματα βγαίνουν στην επιφάνεια, όλοι οι χαρακτήρες βρίσκουν αφορμές για συγκρούσεις και από μετρίως έως καλά κρυμμένα μυστικά αποκαλύπτονται. Το The Vicious Kind είναι ένα από τα πιο απολαυστικά δείγματα αυτής της παράδοσης με επιπρόσθετο bonus την ερμηνεία του Adam Scott. Ακολουθούν το Pieces of April (Peter Hedges, 2003) με μια ασυνήθιστα τσαλακωμένη Katie Holmes, το Home for the Holidays (Jodie Foster, 1995) με την ένοχη απόλαυση ενός τριαντάχρονου Robert Downy Jr και το Whats Cooking? (Gurinder Chadha, 2000), για να νιώσετε καλύτερα για τη δική σας οικογενειακή κατάσταση και να μάθετε και πέντε πράγματα για άλλες κουλτούρες.