Friday, October 10, 2014

Hanna, 2011, Joe Wright



Σε ένα αφιλόξενο, παγωμένο και συνάμα παραμυθένιο τοπίο, τα συγκλονιστικά μάτια της Hanna (Saoirse Ronan) ακολουθούν ένα ελάφι, το οποίο πολύ σύντομα ξεψυχά στο χιόνι από το βέλος της. Αν η συγκεκριμένη σκηνή δεν αποτελεί κινηματογραφική αναφορά στο Enemy at the Gates (2001) του Jean-Jacques Annaud, το οποίο ξεκινά παρόμοια, με ένα νεαρό αγόρι αυτή τη φορά να στοχεύει με το όπλο του έναν λύκο, σε τοπίο εξίσου παγωμένο και απόκοσμο, τότε πρόκειται για τουλάχιστον εντυπωσιακή σύμπτωση. 
  
Η Hanna έχει περάσει σε αυτό το περιβάλλον σχεδόν όλη της τη ζωή, σε μια τέλεια απομόνωση με μόνη συντροφιά τον πατέρα της, Erik (Eric Bana). Ο Erik έχει αναλάβει την εκπαίδευσή της, που σκοπό έχει την εξασφάλιση της επιβίωσής της, όχι μόνο στην ερημιά, μαθαίνοντας την να σκοτώνει και να γδέρνει ζώα, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του πλανήτη, διδάσκοντας την ξένες γλώσσες, ιστορία, γεωγραφία κλπ, αλλά κυρίως, πώς να σκοτώσει εκείνη πρώτα όποιον βρεθεί στο δρόμο της. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της εκπαίδευσης είναι ότι στην εφηβεία της, η Hanna, πέρα από χαριτωμένο κι ευγενικό κορίτσι, είναι και στυγνός δολοφόνος.


Δοσμένη σαν σύγχρονο παραμύθι, η ταινία έχει πολύ απλή πλοκή, με ξεκάθαρο από την αρχή το δίπολο Καλού – Κακού, την κακιά μάγισσα (Cate Blanchett στο ρόλο της Marissa), το ταξίδι της ηρωίδας προς μια μεταφορική ενηλικίωση, την αναζήτηση μιας ταυτότητας, τους εχθρούς και τους συμμάχους που συναντά στην πορεία και, εν τέλη, την απελευθέρωσή της από το παρελθόν και την ευκαιρία να ορίζει πια εκείνη τη ζωή της όπως αποφασίσει. Ακριβώς επειδή έχει έντονα αυτά τα στοιχεία του παραμυθιού, μπορεί κανείς να μη σταθεί σε κάποια – σημαντικά – σεναριακά κενά και να απολαύσει την ταινία για αυτό που είναι, μια καλογυρισμένη αλληγορική περιπέτεια, με λίγο μυστήριο, ξύλο, κυνηγητά και καλούς ηθοποιούς.


Ο σκηνοθέτης Joe Wright, παρόλο που το όνομά του δεν είναι γνωστό, έχει στο ενεργητικό του πέντε ταινίες. Το εντυπωσιακό είναι ότι και οι πέντε είναι πετυχημένες. Πριν από το Hanna (2011) είχε αναλάβει την κινηματογραφική μεταφορά του Pride & Prejudice (2005), ένα αρκετά φιλόδοξο εγχείρημα για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, ειδικά μετά την εξαιρετική τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου από το BBC δέκα χρόνια νωρίτερα. Στο Atonement (2007) δούλεψε πρώτη φορά με την Saoirse και δύο χρόνια αργότερα μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ακόμα ένα βιβλίο, το The Soloist (2009). Με την τελευταία του ταινία να είναι το Anna Karenina (2012), το Hanna παραμένει η μόνη του δουλειά που βασίστηκε σε πρωτότυπο – άλλα όχι δικό του – σενάριο.


Δείτε το, αν σας άρεσαν οι άλλες του ταινίες. Δείτε το, επίσης, αν σας άρεσε το Run Lola Run (1998), γιατί φαίνεται να έχει επηρεαστεί αρκετά από αυτό και όχι μόνο μουσικά (την μουσική της ταινίας έγραψαν οι αγαπημένοι Chemical Brothers). Ομοιότητες υπάρχουν και με τις ταινίες του Luc Besson La Femme Nikita (1990) και Léon (1994), περισσότερο ως προς τους χαρακτήρες, παρά ως προς τη σκηνοθεσία. Αν αυτό που σας τραβάει δεν είναι τόσο το τρίπτυχο 'κορίτσι – εφηβεία – δολοφόνος' όσο η ατμόσφαιρα και οι συμβολισμοί των παραμυθιών, φροντίστε να δείτε τα Big Fish (2003) και Edward Scissorhands (1990) του Tim Burton, το August Rush (2007) της Kirsten Sheridan και το υπέροχο αλλά σχεδόν άγνωστο The Fall (2006) του Tarsem Singh.

Friday, September 12, 2014

Barney’s Version, 2010, Richard J. Lewis



Στο Barneys Version του, κατά κύριο λόγο, σκηνοθέτη τηλεοπτικών σειρών Richard J. Lewis, παρακολουθούμε τους γάμους του Barney (Paul Giamatti), τη μυστηριώδη εξαφάνιση του κολλητού του, Boogie  (Scott Speedman) και την σταδιακή αλλαγή του χαρακτήρα του, κυρίως μετά την εμφάνιση της νόσου Alzheimer

Η ιστορία μας ξεκινά την εποχή που ο Barney έχει ήδη χωρίσει κι από την τρίτη γυναίκα του, την Miriam (Rosamund Pike) και μας πηγαινοφέρνει στο παρελθόν με διάφορα flashbacks, αρχικά στη Ρώμη στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ο Barney ανακοινώνει στους μποέμ φίλους του ότι θα παντρευτεί την τρελοκαμπέρω Clara (Rachelle Lefevre), που ισχυρίζεται ότι είναι έγκυος με το παιδί του. Μετά την τραγική κατάληξη αυτού του γάμου (το παιδί γεννιέται νεκρό, ο Barney διαπιστώνει ότι δεν ήταν δικό του, τσακώνεται με την Clara, η Clara του λέει κάτι ακατάληπτες ιστορίες για παιδιά κλειδωμένα στη σοφίτα που τα ταΐζουν με το ζόρι με ένα χωνί, εκείνος πηγαίνει να μείνει με τον κολλητό του, ο κολλητός του ξεχνάει να του δώσει ένα σημείωμα της Clara που τον καλούσε για φαγητό, όταν το βρίσκει πηγαίνει σπίτι της όπου την αντικρίζει νεκρή, λίγο αργότερα γνωρίζει τον ανεκδιήγητο πατέρα της που τον διαβεβαιώνει ότι δεν έφταιγε αυτός, ήταν δύσκολο παιδί, είχε κάνει και παλιότερα απόπειρες, την είχαν κλείσει στη σοφίτα αλλά δεν ηρεμούσε, δεν έτρωγε και την τάιζαν με ένα χωνί, μετά την έκλεισαν και σε άσυλο) και με τύψεις που δεν είδε το δράμα πίσω από την τρέλα της Clara, o Barney επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του, το Montreal του Καναδά, και πιάνει δουλειά κοντά στον θείο του, στο χώρο της τηλεόρασης. 


Μέσα από τον κύκλο καθωσπρέπει εβραϊκών οικογενειών του θείου του, ο Barney γνωρίζει τη δεύτερη γυναίκα του (Minnie Driver), τόσο ασήμαντη, που ο σεναριογράφος (ίσως κι ο συγγραφέας του βιβλίου) αρνείται να της δώσει όνομα. Η κοπέλα αυτή είναι η κατάρα που θα εξαπέλυα σε κάποιον που αντιπαθώ πολύ. Είναι η εφιαλτικότερη ενσάρκωση της ιδέας της ‘μορφωμένης γυναίκας’. Η ντροπή του φεμινισμού. Η αποθέωση του μεσοαστισμού.  Όλα αυτά είναι εμφανή από την πρώτη στιγμή που τη βλέπει και ενισχύονται με κάθε συνάντησή τους. Ο Barney, όμως, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, δεν φαίνεται να διστάζει να την παντρευτεί. Ίσως για αυτό τιμωρεί τον εαυτό του και στο πάρτι του γάμου του, ερωτεύεται τρελά μια καλεσμένη, την Miriam, την οποία και πολιορκεί και για την οποία τελικά παίρνει διαζύγιο από την αφόρητη δεύτερη γυναίκα του. Μετά από περίπου 20 χρόνια ευτυχισμένου έγγαμου βίου, κατά τη διάρκεια μιας συζυγικής κρίσης, φοβούμενος ότι η Miriam θα τον αφήσει, την κερατώνει. Κλαίγοντας με λυγμούς της εξομολογείται την απιστία του κι οι φόβοι του επιβεβαιώνονται, η Miriam τον αφήνει. Από εκεί και ύστερα, ο Barney παίρνει τον κατήφορο κι η πτώση του επιταχύνεται όταν παθαίνει Alzheimers.   



Οι ιστορίες των αποτυχημένων γάμων του Barney διανθίζονται με περιστατικά που αφορούν στον χαριτωμένα άξεστο πατέρα του (Dustin Hoffman), τον αιμοβόρικο αστυνομικό ντέντεκτιβ που τον κατηγορεί για την ανεξιχνίαστη εξαφάνιση του ναρκομανή κολλητού του και με τους συναδέλφους του (cameos, μεταξύ άλλων, των σκηνοθετών Atom Egoyan και David Cronenberg) στη σαπουνόπερα που φτιάχνει η εταιρία παραγωγής του, ‘Totally Unnecessary Productions’. Η τραγικότητα της ζωής του Barney και των γύρω του (που δεν είναι κάτι παραπάνω από την τραγικότητα της ζωής, πάνω κάτω όπως τη βιώνουμε όλοι μας) εξισορροπείται αποτελεσματικά από ένα πικρόχολο αλλά ιδιαίτερα πνευματώδες χιούμορ. Γι’ αυτό το λόγο, αν είστε από αυτούς που βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο, εκεί που οι υπόλοιποι βλέπουμε ένα δράμα, εσείς εύκολα θα δείτε μια κωμωδία. Τέλος, όλα αυτά τα ονόματα δεν παρελαύνουν αδίκως στην ταινία. Σχεδόν κανείς από τους συντελεστές δεν έφυγε με άδεια χέρια από τα καναδικά κινηματογραφικά βραβεία Genie κι ο Giamatti, μάλιστα, μάζεψε και μια Χρυσή Σφαίρα για την συγκινητική ενσάρκωση του αυτοκαταστροφικού, κυνικού αλλά ταυτόχρονα καλόκαρδου και ρομαντικού Barney.  

   
Δείτε την ταινία γιατί δεν θα ξαναδείτε ποτέ έτσι ούτε την Minnie Driver, ούτε τον Dustin Hoffman. Αν είστε aficionados του καναδικού σινεμά,  θα απολαύσετε τις προαναφερθείσες cameo εμφανίσεις, αλλά και αυτήν του Denys Arcand στο ρόλο του maître d', Jean. Αν αυτή είναι η πρώτη σας επαφή με τον καναδικό κινηματογράφο (που αποκλείεται, όλο και κάτι θα έχετε δει), αλλά θέλετε να δείτε και κάτι ακόμα για να σχηματίσετε άποψη, προτείνω να ξεκινήσετε με τα εξής: The Sweet Hereafter (Atom Egoyan, 1997), Away from Her (Sarah Polley, 2006), Incendies (Denis Villeneuve, 2010), The Barbarian Invasions (Denys Arcand, 2003), Cube (Vincenzo Natali, 1997), Jesus of Montreal (Denys Arcand, 1989), The Fly (David Cronenberg, 1986), Take this Waltz (Sarah Polley, 2011), Defendor (Peter Stebbings, 2009), It's All Gone Pete Tong (Michael Dowse, 2004), και το mockumentary FUBAR (Michael Dowse, 2002).

Thursday, September 11, 2014

The Vicious Kind, 2009, Lee Toland Krieger


Ο νεαρός - και παρθένος - Peter καλεί την Emma, την καινούρια του κοπελιά από το πανεπιστήμιο, να περάσουν μαζί την Ημέρα των Ευχαριστιών στο σπίτι του πατέρα του, Donald. Τα τραίνα δε λειτουργούν λόγω κακοκαιρίας και τις μεταφορές του ζεύγους αναλαμβάνει ο μεγάλος αδερφός, Caleb. O Caleb είναι ένα ερείπιο, ένα ζωντανό μνημείο συναισθηματικού πόνου και, συνεπώς, ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας του Lee Toland Krieger, που έκανε πρεμιέρα στο Sundance Festival του 2009.  

Ο Caleb, πληγωμένος από την προδοσία της επί χρόνων συντρόφου του που οδήγησε και στον χωρισμό τους, έχει χάσει κάθε ίχνος συμπόνιας για τους άλλους ανθρώπους και πρωτίστως για τον ίδιο του τον εαυτό. Καπνίζει αρειμανίως, έχει να κοιμηθεί μια εβδομάδα και κάνει ό, τι μπορεί για να γίνει ανυπόφορος στους άλλους. Επηρεασμένος από την προσωπική του ζωή, προσπαθεί να πείσει τον ρομαντικό και ερωτευμένο αδερφό του ότι όλες οι γυναίκες, ανεξαιρέτως, είναι πουτάνες, ελπίζοντας έτσι να τον προστατεύσει από τον πόνο που, αναπόφευκτα, θα του προκαλέσει η Emma. Η κακομοίρα η Emma, που έφυγε από τους αλκοολικούς γονείς της και βρέθηκε για ένα διήμερο με μια οικογένεια γεμάτη μυστικά κι απωθημένα, προσπαθεί να είναι γλυκιά και κοινωνική μέχρι που οι επιθέσεις του Caleb ξεπερνούν τα όρια, βγάζοντας στην επιφάνεια και την πολύ έντονη ερωτική του επιθυμία για εκείνη.     


Το The Vicious Kind αποτελείται από μια σειρά συνευρέσεων που ενώ καταλήγουν πολύ άβολα για τους περισσότερους εμπλεκόμενους, έχουν όμως να προσφέρουν στον θεατή σκηνές που δύσκολα ξεχνιούνται. Και αυτό διότι ο θεατής, ασφαλής από τον κυνισμό και το επιθετικό περιβάλλον της ταινίας, έχει την πολυτέλεια να διακρίνει και να απολαύσει απενοχοποιημένος τα χιουμοριστικά της στοιχεία. Όπως για παράδειγμα τη σκηνή όπου ο Caleb φωτογραφίζει τον εαυτό του να κάνει σεξ με την ιερόδουλη της περιοχής και στέλνει τις φωτογραφίες στην πρώην του. (Ακούγεται αστείο, αλλά μη σας μπαίνουν ιδέες, κάποια πράγματα είναι καλό να γίνονται μόνο σε ταινίες.)


Υπάρχει μια παράδοση στον αμερικανικό κινηματογράφο να χρησιμοποιείται η αργία της Ημέρας των Ευχαριστιών (ξέρετε, αυτή η γιορτή που μαζεύεται όλη η οικογένεια, τρώνε γαλοπούλα και τσακώνονται μεταξύ τους) σαν μια αρένα όπου όλα τα καταπιεσμένα συναισθήματα βγαίνουν στην επιφάνεια, όλοι οι χαρακτήρες βρίσκουν αφορμές για συγκρούσεις και από μετρίως έως καλά κρυμμένα μυστικά αποκαλύπτονται. Το The Vicious Kind είναι ένα από τα πιο απολαυστικά δείγματα αυτής της παράδοσης με επιπρόσθετο bonus την ερμηνεία του Adam Scott. Ακολουθούν το Pieces of April (Peter Hedges, 2003) με μια ασυνήθιστα τσαλακωμένη Katie Holmes, το Home for the Holidays (Jodie Foster, 1995) με την ένοχη απόλαυση ενός τριαντάχρονου Robert Downy Jr και το Whats Cooking? (Gurinder Chadha, 2000), για να νιώσετε καλύτερα για τη δική σας οικογενειακή κατάσταση και να μάθετε και πέντε πράγματα για άλλες κουλτούρες. 


Monday, September 8, 2014

Dear Zachary, A letter to a son about his father, 2008, Kurt Kuenne


Κυριακή μεσημέρι. Η ώρα για να δει κανείς το The Parent Trap (1961, David Swift) ή το Δεσποινίς Διευθυντής (1964, Ντίνος Δημόπουλος). Όχι το Dear Zachary.
 
Το Dear Zachary είναι ένα ντοκιμαντέρ που ξεκίνησε να ετοιμάζει ο Kurt Kuenne για τον παιδικό του φίλο Andrew Bagby ώστε να καταγράψει τις αναμνήσεις αυτών που τον αγάπησαν, πριν ο χρόνος και η λήθη αρχίσουν να εξαφανίζουν τα ίχνη του. Ο καρπός αυτής της δουλειάς, θα χαριζόταν στον Zachary, τον γιο του Andrew, για να γνωρίσει έστω κι έτσι τον πατέρα του. 

Αυτή ήταν η ευγενής πρόθεση του κινηματογραφιστή, αυτό περιμένει να δει ο θεατής κι αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετό. Στα πρώτα λεπτά ένιωθα ότι είχα δει την ταινία και περίμενα με τα χαρτομάντηλα παραδίπλα να συντονιστώ με την απώλεια ξένων ανθρώπων, που για λίγο θα τους ένιωθα και δικούς μου. Φαντάστηκα ότι θα μιλούσαν για τον Andrew  η γυναίκα του, πώς γνωρίστηκαν, τα αδέρφια του, τι πλάκες του έκαναν μικροί, οι γονείς, πόσο περήφανοι ήταν, οι φίλοι, τι πιστός, τι καλόκαρδος, οι συνάδελφοι, τόσες προοπτικές. Τι κρίμα που έφυγε, τι αστείες αναμνήσεις έχουμε, τι παράξενες συνήθειες είχε, τι κρίμα που ο γιος του θα μεγαλώσει χωρίς αυτόν, αλλά τι τυχερός από την άλλη, που θα έχει πάντα κοντά του όλους αυτούς τους ανθρώπους να τον υποστηρίζουν και να τον φροντίζουν. Καμία σχέση. Οι ανατροπές ξεκινούν νωρίς και δε σταματούν.



Αφηγηματικά, η ταινία στηρίζεται σε δύο άξονες. Ο ένας αφορά στο ταξίδι του Kuenne στην Αγγλία, σε πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών και εν τέλει, στον Καναδά, για να βρει τους ανθρώπους που γνώριζαν τον Andrew και να μαζέψει υλικό από τα δικά τους αρχεία, να βιντεοσκοπήσει τις μαρτυρίες τους και τα τρυφερά τους μηνύματα στον Zachary. Ο δεύτερος άξονας είναι τα γεγονότα, που βρίσκονται διαρκώς σε εξέλιξη. Καταρχάς, πολύ γρήγορα μαθαίνουμε ότι ο Andrew δολοφονήθηκε και έτσι προστίθεται μια νέα διάσταση στην ιστορία. Τα πράγματα περιπλέκονται, όταν ένοχος μοιάζει να είναι η πρώην κοπέλα του, Shirley. Όταν η Shirley ανακοινώνει πως είναι έγκυος με το παιδί του, εκεί δικαίως κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι αυτή είναι η μεγάλη ανατροπή, ότι από εδώ και στο εξής θα παρακολουθήσουμε τη δίκη, την υιοθεσία του παιδιού από τους παππούδες κι ότι κάπως έτσι θα κυλήσει το υπόλοιπο της ταινίας. Δυστυχώς η πλοκή έχει άλλη εξέλιξη, οι ανατροπές συνεχίζονται, αλλά αν σας πω περισσότερα θα σας τα έχω πει όλα και δεν έχω μεγαλώσει έτσι. «Κράτα και κάτι για τον εαυτό σου» έλεγε η μαμά, αν και μάλλον κάτι άλλο εννοούσε.



Το Dear Zachary είναι ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ, φτιαγμένο με ειλικρινή αγάπη, εξολοκλήρου από τον φίλο του θανόντος, ο οποίος βρέθηκε άθελά του να καταγράφει μια βαθειά τραγική ιστορία. Τα περισσότερα πλάνα αρχείου είναι γυρισμένα με ερασιτεχνικές κάμερες της δεκαετίας ’90, ενώ οι συνεντεύξεις, τελείως ανεπιτήδευτα βιντεοσκοπημένες, με μεσαία πλάνα και κάμερα σε τριπόδι, πιθανότατα χωρίς κανέναν από πίσω και χωρίς σπουδαίο φωτισμό. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η εικόνα να είναι ‘επίπεδη’ και να έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τα ελάχιστα πλάνα από super 8, θα έλεγε ένας αυστηρός κριτής. Όμως εδώ μιλάμε για one man show ντοκιμαντέρ, γυρισμένο χωρίς χρήματα και υπό πολύ δύσκολές, συναισθηματικά, συνθήκες, οπότε πείτε στον αυστηρό κριτή μέσα σας να πάει μία βόλτα και να γυρίσει σε δύο ώρες.



Ο Kuenne έχει ρίξει μεγάλη βαρύτητα στο μοντάζ και χρησιμοποιώντας πλάνα από τις ταινιούλες που γύριζε στην εφηβεία του με πρωταγωνιστή τον Andrew ή από home videos οικογενειακών του στιγμών, έχει φτιάξει ενότητες που επενδυμένες με την αφήγησή του σκηνοθέτη, αποκτούν τελείως διαφορετική σημασία. Αδιαμφισβήτητα, η όλη διαδικασία λειτούργησε ψυχοθεραπευτικά για τον ίδιο τον Kuenne και πιθανότατα για όλους τους αγαπημένους ανθρώπους του Andrew που είχαν την σπάνια ευκαιρία να εκφράσουν για άλλη μια φορά την αγάπη τους προς αυτόν. Οι προθέσεις των συμμετεχόντων είναι που κάνουν την ταινία προσιτή σε όλους, ανεξαρτήτου φύλου και εθνικότητας, γιατί πέρα από όλες τις συγκλονιστικές πτυχές της συγκεκριμένης ιστορίας, όλοι έχουμε χάσει κάποιον κοντινό μας άνθρωπο, όλοι ξαναπαίζουμε στο μυαλό μας στιγμές που ήμασταν μαζί, όλοι ευχόμασταν οι στιγμές αυτές να είχαν κρατήσει έστω λίγο, τόσο λίγο, παραπάνω.



Δείτε την, γιατί μέσα από την ζοφερή ιστορία που μας αφηγείται ο σκηνοθέτης, προκύπτει μια άλλη πανανθρώπινη ιστορία για τη δύναμη που διαθέτουμε να μετουσιώνουμε ακόμα και τα πιο αποτρόπαια γεγονότα της ζωής μας σε αγάπη για τη ζωή και όρεξη για να αφήσουμε πίσω μας κάτι καλύτερο από αυτό που βρήκαμε.